λωρός


λωρός
λωρός, -ή, -όν (Μ)
μουδιασμένος, παράλυτος, ανάπηρος.
[ΕΤΥΜΟΛ. < λῶρος
«δερμάτινο λουρί, ιμάντας», με καταβιβασμό τού τόνου].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • λῶρος — lorum masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λώρος — ο (AM λῶρος) δερμάτινο λουρί, ταινία, λουρίδα, ιμάντας νεοελλ. ιατρ. το σύνολο τών στοιχείων με τα οποία συνδέεται το έμβρυο με τον πλακούντα, αλλ. ομφάλιος λώρος μσν. 1. είδος αψίδας 2. χρυσή επωμίδα 3. λουριδωτός επενδύτης τών αυτοκρατόρων και… …   Dictionary of Greek

  • λώρος — ο 1. ταινία, λουρίδα. 2. (ιατρ.), «ομφάλιος λώρος», μακρύς και λεπτός σωλήνας που συνδέει τον ομφαλό του εμβρύου με τον πλακούντα της μητέρας …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • λώρος, ομφάλιος — Μακρύ και λεπτό εύκαμπτο στέλεχος που συνδέει το έμβρυο με τον πλακούντα. Αποτελείται από την ομφαλική φλέβα, τις δύο ομφαλικές αρτηρίες, τον βλεννώδη συνδετικό ιστό και τον ουραχό. Το μήκος του είναι μεταβλητό και κυμαίνεται συνήθως μεταξύ 40 60 …   Dictionary of Greek

  • λῶροι — λῶρος lorum masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λῶρον — λῶρος lorum masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λώροις — λῶρος lorum masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λώρου — λῶρος lorum masc gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λώρους — λῶρος lorum masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • λώρων — λῶρος lorum masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)


Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.